Απελευθέρωση της Αθήνας

Στα τέλη Σεπτεμβρίου το ΚΡΗΤΗ μπαίνει στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Είχε εγκαταλείψει για πάντα τα γνωστά του μέρη στην δυτική Μεσόγειο και την ρημαγμένη αλλά όμορφη Νεάπολη.

Το λιμάνι της Αλεξάνδρειας στο πεντάμηνο αυτό που λείψαμε μας φάνηκε αλλαγμένο. Δεν υπάρχει πια αυτή η σχολαστική συσκότιση των πάντων την νύχτα, ούτε κυκλοφορεί στην πόλη τόσο μεγάλο πλήθος ανακατεμένων στόλων. Έγινε πλέον κι η Αλεξάνδρεια μετόπισθεν. Η φοβία των αεροπορικών συναγερμών πέρασε και μόνον οι ειδήσεις από την αιματοκυλισμένη τώρα Ευρώπη κάνουν όλους διστακτικούς και συγκρατημένους στην δικαιολογημένη αισιοδοξία των για το γρήγορο τέλος του πολέμου.

Είναι φανερό ότι γρήγορα οι Γερμανοί θα φύγουν από την Ελλάδα για να ανασυνταχθούν στο πατρικό τους έδαφος. Πιεζόμενοι κυκλικώς πλέον από τα διάφορα μέτωπα της Ευρώπης, δεν μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι θα παραμείνουν στην Ελλάδα περισσότερο. 'Αλλωστε δεν είχαν να κερδίσουν πια τίποτε απ' αυτήν. Την ανεσκολόπησαν κατά τέτοιο φρικώδη τρόπο που η περαιτέρω παραμονή τους τους εξέθετε σε τρομερούς κινδύνους. Οξύτατο επίσης είχε αρχίσει να γίνεται και το πρόβλημα του επισιτισμού των. Με την βεβαιότητα λοιπόν της επικείμενης επιστροφής μας, τόσο οι 'Αγγλοι όσο και οι Έλληνες προετοίμαζαν την όλη επιχείρηση της επιστροφής από αρκετό καιρό πριν.

Τα παλαιότερα στην ηλικία καράβια του Στόλου άρχισαν να εξοπλίζονται και να εφοδιάζονται για να εκτελέσουν καθήκοντα Ναυτικών Διοικήσεων στα απελευθερούμενα νησιά και στα μεγάλα λιμάνια.

Ο θρυλικός Αβέρωφ είχε καταπλεύσει από το Πόρτ Σάϊντ στην Αλεξάνδρεια, όπου ο Αρχηγός του Στόλου αντιναύαρχος Βούλγαρης, είχε εγκαταστήσει το αρχηγείο του. Η βάσις του Αρχηγείου Στόλου στην ξηρά εγκατελείφθη.

Η εξόριστος Ελληνικής Κυβέρνησις του Γ. Παπανδρέου έφυγε από το Κάϊρο και ευρίσκετο πλησίον του συμμαχικού Επιτελείου της Ιταλίας, κοντά στην Νεάπολη, έτοιμη να επιστρέψει στην Ελλάδα.

Το ΚΡΗΤΗ μαζί με τ' άλλα καινούργια αντιτορπιλικά, παρέμεινε υπό τας διαταγάς των επιχειρησιακών Αγγλικών Αρχών, για τις επιχειρήσεις ανακαταλήψεως της τμηματικών εκκενουμένης από τους Γερμανούς πατρίδας.

Όλοι ξέραμε πια ότι το επόμενο ταξίδι ήταν για Πειραιά. Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Τα νέα από τα μέτωπα, τα νέα από την πατρίδα, και οι σχετικές προετοιμασίες στην Αλεξάνδρεια, απέκελειαν κάθε άλλη πιθανή επιχείρηση.

Ανυπομονησία ανάμιχτη με στοχασμούς και ανησυχία για το τι θα βρίσκαμε γυρνώντας πίσω στην πατρίδα ήταν μέσα σε κάθε σκέψη και πράξη μας. Έτρεχε ο Κυβερνήτης σε καθημερινές συσκέψεις, τρέχαμε κι εμείς να ενημερώσουμε τους χάρτες μας, με τις τελευταίες πληροφορίες για τις δυνάμεις των Γερμανών στο Αιγάιο και τις πυκνοναρκοθετημένες του περιοχές.

Τρέχαμε να επισκευάσουμε ό,τι δούλευε, και τρέχαμε να προμηθευτούμε ό,τι μπορούσαμε για το πλοίο και τα σπίτια μας.

Η υπευθυνότης προς τα προσφιλή μας πρόσωπα που το καθήκον και η απάνθρωπος κατοχή μας έκανε να εγκαταλείψουμε στην Ελλάδα για τρία σχεδόν χρόνια, μας συνεκλόνιζε. Η σκληρή πραγματικότης πρόβαλε αδυσώπητος. Ξέραμε ότι θα τους βρούμε αν τους βρούμε, σε πολύ χειρότερη κατάσταση απ' αυτήν που τους αφήσαμε. Και ξέραμε πως την στιγμή της συναντήσεως δεν θα μετρούσε τίποτε από τα όσα τραβήξαμε, αλλά το πόσο και πως θα τους βοηθήσουμε.

Όλα είναι έτοιμα. Σιγά - σιγά, εγκαταλείπουν το λιμάνι τα πλοία που έχουν ορισθεί για Ναυτικές Διοικήσεις. Τα μεσάνυχτα της 12ης προς 13ην Οκτωβρίου ο Αβέρωφ αποπλέει από την Αλεξάνδρεια. Μεγάλη νηοπομπή ακολουθεί και πάρα πολλά Ελληνικά και Αγγλικά ναρκαλιευτικά. Το βράδυ από το Β.Β.C. ακούμε ότι οι Γερμανοί αποσύρονται από την Αθήνα. Η φρουρά της Θεσσαλονίκης είναι έτοιμη να εγκαταλείψει την πόλη. Πλην της Κρήτης και της Ρόδου που κρατούνται σταθερά από τους Γερμανούς, τα νησιά μας άρχισαν κι αυτά να απελευθερώνονται.

Τι περιμένουμε τέλος πάντων εμείς;

Θα έλθει όμως σύντομα και η σειρά μας. Μία βενζινάκατος πλευρίζει και παραδίδει τα γνωστά πλέον χαρτιά. Αποπλεύσατε μεσονύκτιον 13/10 προς 14/10. Ο δεύτερος φάκελος δεν έγραφε ν' ανοίγει μετά τον απόπλου. 'Αλλωστε δεν θα είχε και νόημα. Ξέραμε ότι θα πλεύσουμε προς Πειραιά! Το πως θα πλευρίσουμε μας ενδιέφερε.

Τα καταδρομικά Οράϊον και Αϊτζαξ είχαν αναλάβει την εξ αποστάσεως υποστήριξη της αποβατικής δυνάμεως που θα κατέπλεε στον Πειραιά. Εμείς με το Αγγλικό αντιτορπιλικό Όλτιναμ (L 22) θ' αποτελούσαμε την συνοδεία των δύο καταδρομικών. Επί του καταδρομικού Οράϊον επέβαινε ο Διοικητής της όλης επιχειρήσεως Ναύαρχος Μάνσφιλντ.

Τα μεσάνυχτα βγαίνουμε από το λιμάνι. Μας ακολουθεί το Αγγλικό αντιτορπιλικό. Περιπολούμε για δυο ώρες έξω από τον δίαυλο, όταν σε λίγο, προβάλλουν στο σκοτάδι, οι μεγαλοπρεπείς και επιβλητικές σιλουέτες των δύο καταδρομικών.

Η ταχύτης μας είναι 20 κόμβοι, εσήμανε το Οράϊον. Και η δική μας έγινε 22 για να μπορούμε να ελισσόμεθα. Με μεγάλες αλλαγές πορείας και με σταθερή πάντοτε ταχύτητα 22 κόμβων, αφήνουμε δυτικά την Κρήτη και μπαίνουμε στα χωρικά μας ύδατα. Όλα σκοτεινά. Στο ραντάρ βλέπουμε πολλά καράβια μπροστά μας. Ήταν τα ναρκαλιευτικά και τα αποβατικά.

Το ξημέρωμα της 15ης Οκτωβρίου μας βρήκε έξω από τον Πόρο. Το Οράϊον μας διατάσσει να αγκυροβολήσουμε στον Πόρο και να αναμείνουμε σε άμεση ετοιμότητα. Τα δύο καταδρομικά στρέφουν και πάλι προς Νότον.

Ο Πόρος ήταν γεμάτος από πλοία. Ο Θεμιστοκλής, ο Αδρίας με την κομμένη από την έκρηξη νάρκης πλώρη του, αρματαγωγά, και αρκετά Αγγλικά ναρκαλιευτικά και αντιτορπιλικά.

Ήταν τρομερά συγκινητική η πρώτη μας αγκυροβολία σ' Ελληνικό λιμάνι. Φαίνεται ότι είχε προηγηθεί την παραμονή μεγάλο γλέντι, στην τόσο γνωστή στο ναυτικό μας περιοχή. Ελληνικές σημαίες, προχείρου κατασκευής και πάσης φύσεως λάβαρα, είχαν πλημμυρίσει τον όρμο, πολλά δε απ' αυτά ήσαν κρεμασμένα και στα δένδρα. Όλα τα πλοία είχαν σηκώσει μεγάλο σημαιοστολισμό, τον κράτησαν δε όλη την νύχτα.

Ο Κυβερνήτης επεσκέφθη τον Αδρία και όταν γύρισε μας είπε τα νέα: Όταν έφθασαν την χθεσινή μέρα τα Ελληνικά πλοία δεκάδες βάρκες με ζητωκραυγάζοντες και βουρκωμένους από την συγκίνηση κατοίκους όρμησαν και τα... κατέλαβαν.

Φιλούσαν τα καταστρώματα, αγκάλιαζαν τους ναύτες και εχόρευαν μέχρι αργά τα μεσάνυχτα. Γι' αυτό κι εμείς στις 6 το πρωί βρήκαμε αυτή την ηρεμία. Όλοι εκοιμώντο, τον ύπνο του δικαίου. Αλλά για μας ούτε είχε αρχίσει, ούτε είχε τελειώσει η αποστολή μας.

Έπρεπε να φθάσουμε στον Πειραιά. Θα είμεθα οι πρώτοι που θα πατούσαμε το πόδι μας στην ελεύθερη πια Αθήνα. Θα δούμε όμως ότι η πορεία μας από τον Πόρο στον Πειραιά, δεν ήταν τόσο εύκολη. Όλος ο Σαρωνικός, ήταν γεμάτος νάρκες, ή δε γραμμή Αίγινα - Βουλιαγμένη, νακροθετημένη με τριπλή σειρά ναρκών.

Η νηοπομπή άρχισε να σχηματίζεται πολύ νοτιότερα της Ύδρας. Προηγούντο πολλά ναρκαλιευτικά, Ελληνικά κι Αγγλικά παντός τύπου. Ακολουθούσαν πετρελαιοφόρα και φορτηγά και τέλος τα αποβατικά με τον στρατό. Η αρμάδα αυτή επροστατεύετο από τα δύο καταδρομικά, ένα μπρος από τα αποβατικά και ένα πίσω απ' αυτά. Τέλος δεξιά και αριστερά της νηοπομπής που έπλεε σε δύο πολύ κλειστές στήλες έλαβαν θέση τα συνοδεύοντα αντιτορπιλικά.

Πολύ πριν πλησιάσει η νηοπομπή τον Πόρο πήραμε διαταγή να λάβουμε θέση αριστερά της αριστεράς στήλης, και ο κομμένος Αδρίας δεξιά της δεξιάς στήλης, και σε απόσταση μόλις 100 μέτρων.

Εγκαταλείπουμε τον Πόρο μετά τρίωρο περίπου παραμονή και πήραμε την θέση μας για το ιστορικό αυτό ταξίδι της επιστροφής. Πίσω από το επ' ουράς καταδρομικό Αϊτζαξ διακρίνουμε ένα άλλο μεγάλο καράβι. Εφαίνετο να πλέει ανεξάρτητα, αλλά ακολουθώντας πιστά τους διαύλους που είχαν χαράξει τα ναρκαλιευτικά έξω από τον Πόρο. Ήταν ο Αβέρωφ. Μας καλεί με τον προβολέα του και μας σημαίνει Χριστός Ανέστη. Το θρυλικό αυτό πλοίο, επέπρωτο την επομένη ημέρα να πλεύσει κι αυτό στον Πειραιά, αφού θα είχε προηγουμένως αποβιβασθεί ο στρατός. Εν τω μεταξύ αγκυροβόλησε στον Πόρο, αναμένοντας την Κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου, που έφθανε από τον Τάραντα με άλλο καταδρομικό.

Προχωρούσαμε πολύ σιγά, γιατί τα ναρκαλιευτικά μπροστά καθάριζαν τον δρόμο μας από τις νάρκες. Είδαμε λοιπόν τον Αβέρωφ να αγκυροβολεί στον Πόρο και ακούσαμε τον πανζουρλισμό από τις καμπάνες των εκκλησιών και τις σειρήνες των πλοίων. Ήταν γραμμένο στο τροπαιοφόρο θωρηκτό μας να τερματίσει την σταδιοδρομία του την επομένη στον Πειραιά, αφού αποβίβασε την πρώτη μεταπολεμική Κυβέρνηση της χώρας. Γιατί μετά την αποστολή του αυτή, κάτω από το βάρος των γηρασμένων του μηχανημάτων, παροπλίσθηκε.

Με κρατημένη την αναπνοή προχωρούμε σε πολύ στενό σχηματισμός προς τον Πειραιά. Πλησιάζουμε την Αίγινα. Δίπλα μας είναι ένα Αγγλικό πετρελαιοφόρο. Οι ναύτες του συγκεντρωμένοι στην πρύμνη με τα σωσίβιά τους κάθονται ήσυχα με σταυρωμένα τα χέρια.

Παρακολουθώ ανύποπτα το πλοίο. Το βύθισμά του έδειχνε 26 ποδάρια. Πολύ μεγάλο βύθισμα σκέφθηκα. Αλλά ξαφνικά το βλέπω να συγκλονίζεται ολόκληρο. Μια τεράστια φλόγα με καπνούς αναπηδά από το κέντρο του και σε κλάσματα του λεπτού, εξαφανίζεται από τη θάλασσα. Μα είναι δυνατόν!! Η θάλασσα γέμισε από πηχτό πετρέλαιο που σχεδόν άρχισε να μας αγκαλιάζει, ενώ μέσα σ' αυτό διέκρινα 5 - 6 κεφάλια ανθρώπων που εκρατούντο στην επιφάνεια προφανώς από τα σωσίβιά τους. Αλλά το χειρότερο ήταν ότι η θάλασσα άρχισε να φλέγεται. Το πετρέλαιο είχε πιάσει φωτιά! Δεν άντεχα πια να παρακολουθώ το δράμα αυτών των ανθρώπων! 'Αλλωστε είχαμε προχωρήσει και μόλις τους διέκρινα.


Επιπλέουσα νάρκη, μία από τις χιλιάδες που είχαν ποντίσει στις Ελληνικές θάλασσες οι Γερμανοί και οι Ιταλοί
Γνωρίζω ότι κάποιο από τα συνοδά διετάχθη να περισυλλέξει τους ναυαγούς. Δεν ξέρω τι έκανε. Ούτε ποτέ θέλησα να μάθω...

Και η νηοπομπή προχωρεί. Οι νάρκες κόβονται από τα ναρκαλιευτικά, επιπλέουν και πολλές εκρήγνυνται ή βυθίζονται από τα πυροβόλα μας. Αλλά μέσα σ' αυτές τις εκρήξεις, δεν μπορέσαμε να ξεχωρίσουμε και τέσσερις άλλες, που δεν ήταν από νάρκες που ανετινάσσοντο.

Ήταν τέσσερες θανάσιμες εκρήξεις ναρκών που βύθισαν τέσσερα ναρκαλιευτικά. Τα δύο ήταν Ελληνικά (Κάσος - Κως) και τ' αλλά δύο Αγγλικά (Λόρν και Κλίτον). Το Κλίτον, νακραλιευτικό ανοικτής θαλάσσης, δεν εβυθίσθη αμέσως. Πήρε μια κλίση γύρω στις 45 μοίρες και εκράτησε. Η νηοπομπή προχωρούσε και σε λίγο περάσαμε δίπλα του. Το θάμα ήταν ανατριχιαστικό. Στη γέφυρα οι αξιωματικοί του και οι ναύτες του, κρατούσαν σφιχτά τους φωναγωγούς και ό,τι άλλο μπορούσαν, για να μη γλιστρήσουν στην θάλασσα. Κάποιος ατμαγωγός είχε σπάσει και οι ατμοί του μαζί με τον πυκνό καπνό της τσιμινιέρας του που έβγαινε λόγω κακής καύσεως του πετρελαίου, το σκέπαζαν ολόκληρο.

Ο ναύαρχος Μάνσφιλντ από το καταδρομικό Οράϊον δεν έδειξε την παραμικρή συγκίνηση για την δυσχερή κατάσταση που περιέπεσε η νηοπομπή. Διέταξε να αυξήσουμε ταχύτητα κατά ένα κόμβο, γιατί ασυναίσθητα η ταχύτης της νηοπομπής είχε πέσει κάτω από τους έξι κόμβους, ενώ συγχρόνως ειδοποίησε όλα τα πλοία να μην αφήνουν καμιά νάρκη επιπλεόυσα χωρίς να την καταστρέφουν. Συγχρόνως εξέφρασε τον θαυμασμό του για την μεθοδικότητα και αυτοθυσία που επεδείκνυαν όλοι και ιδιαίτερα τα ναρκαλιευτικά.

Πλησιάζοντας στον Φαληρικό όρμο και στον Πειραιά, διακρίναμε και άλλα ναρκαλιευτικά που καθάριζαν τις εισόδους του και τις περιοχές του.


"Εις τάξιν αγκυροβολίας", κατάπρωρα το Κερατσίνι και δεξιά ο Πειραιαάς
Σε λίγο, τα αποβατικά και μερικά φορτηγά αποχωρίζονται από την νηοπομπή και πλέουν προς τον Πειραιά. Το Οράϊον και το 'Αϊτζαξ στρέφουν προς νότο κατευθυνόμενα στον Πόρο. Αυτή τη φορά τα συνοδεύουν δύο Αγγλικά αντιτορπιλικά.

Οι φαινομενικά ψυχροί 'Αγγλοι δεν θέλησαν να μας στερήσουν την τελευταία στιγμή, από την μεγαλύτερη συγκίνηση της ζωής μας. Να βγούμε στην Αθήνα. Αγκυροβολεί ο μισός Αδρίας στο Φάληρο και σε λίγο όταν πια είχε νυχτώσει, αγκυροβολούσε κοντά του κι εμείς.

Όλη την νύχτα ξαπλωμένοι ή ακουμπισμένοι κάπου στο κατάστρωμα, προσπαθούσαμε να δούμε την Αθήνα και τον Πειραιά. Δεν υπήρχε επιμελημένη συσκότιση, αλλά ούτε και πολύ φως. Ελάχιστα αυτοκίνητα κυκλοφορούσαν στο Φάληρο. Μόνο το αεροδρόμιο του Ελληνικού είχε μια γραμμή φωτισμένη για να δείχνει τον διάδρομο προσγειώσεως και αρκετά αεροπλάνα ανεβοκατέβαιναν.

Ξημέρωσε η 16η Οκτωβρίου. Η μεγάλη μεταξωτή σημαία του ΚΡΗΤΗ δώρο των ομογενών της Αιγύπτου, κυματίζει υπερήφανη πάνω απ' τα νερά της πατρίδας. Δύο ναρκαλιευτικά έρχονται ολοταχώς προς το μέρος μας, το ένα πέφτει δίπλα στον Αδρία και το άλλο σε μας. Η ανυπομονησία μας να βγούμε έξω έφθασε στο κατακόρυφο.

Και πράγματι. Όλα είχαν τέλεια οργανωθεί. Το κάθε ναρκαλιευτικό παρέλαβε το 1/3 των αξιωματικών, υπαξιωματικών και ναυτών του ΚΡΗΤΗ και του Αδρία, με στολή επιθεωρήσεως και σε λίγο ταξιδεύουμε μαζί για τον Πειραιά. Είχα κι εγώ την τύχη να είμαι στο 1/3 αυτό που καθορίσθηκε κατόπιν κληρώσεως. Και μάλιστα ορίσθηκα επικεφαλής της διμοιρίας των ναυτοδιόπων.

Βγαίνουμε λοιπόν στον Πειραιά γύρω στις 9 το πρωί. Μπροστά οι Κυβερνήτες Τούμπας και Θεοφανίδης, ακολουθούν οι αξιωματικοί και πίσω τους οι υπαξιωματικοί, σε τριάδες. Ακολουθώ κι εγώ, επικεφαλής της διμοιρίας των ναυτών.

Ο Πειραιάς, υγρός και αγουροξυπνημένος, έδειχνε πως δεν είχε καταλάβει ακόμη περί τίνος επρόκειτο. Οι αφάνταστα ταλαιπωρημένοι κάτοικοί του δεν μπορούσαν να πιστέψουν πια σε τίποτε. Όταν επείσθησαν ότι πράγματι είμεθα Έλληνες του Πολεμικού Ναυτικού, ορμούσαν κλαίγοντας μας αγκάλιαζαν και εν συνεχεία έτρεχαν σαν τρελοί να διαδώσουν το μεγάλο νέο στα πέρατα του κόσμου.

Δεν πρόλαβαν και πολλά πράγματα στον Πειραιά! Μόνο στον Ηλεκτρικό Σταθμό, έπαψαν να αμφιβάλλουν για την προέλευσή μας. Δεν μας ρωτούσαν πλέον. Έτρεχαν να μας δουν, να φωνάξουν, να κλάψουν, να χαρούν. Να κλάψουν όχι με δάκρυα θλίψεως, αλλά με δάκρυα χαράς.

Σαστισμένοι από τα όσα συνέβαιναν γύρω μας μπήκαμε σε ένα τραίνο του ηλεκτρικού Αθήνα - Πειραιεύς, που σιγά - σιγά ξεκίνησε για την Αθήνα.

Το νέο όμως, ότι οι Έλληνες ναύτες του Πολεμικού μας Ναυτικού, έρχονται στην Αθήνα, μπορεί να μην έφθασε στα πέρατα της γης, έφθασε όμως κι εκάλυψε αστραπιαίως την Αθήνα. Κι ενώ ο Ηλεκτρικός Σταθμός Αθηνών ήταν άδειος, γιατί διάφοροι οπλισμένοι νεαροί απηγόρευαν την κάθοδο για λόγους ατυχημάτων, μόλις κάναμε την εμφάνισή μας στην Ομόνοια τα χάσαμε.

Χιλιάδες, Αθηναίοι, πάσης ηλικίας, είχαν κατακλύσει ασφυκτικά όλη την Ομόνοια, την Σταδίου, την Πανεπιστημίου και το Σύνταγμα, ζητωκραυγάζοντας, ταγουδώντας, φωνάζοντας, κλαίγοντας και γελώντας.

Μέσα σ' αυτή την αδιαπέραστη κοσμοσυρροή, με τις ζητωκραυγές και τα τραγούδια που σκέπαζαν πια όλη την Αθήνα, προχωρήσαμε με κόπο προς την αρχή της οδού Σταδίου, όπου η μουσική του Δήμου μας περίμενε και όλοι μαζί ξεκινήσαμε για το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη.

Οι διάφοροι οπλισμένοι νεαροί, εις μάτην προσπαθούσαν να μας κάνουν τόπο να περάσουμε. Όλη η Αθήνα, μας εσκέπασε και όλοι μαζί, ναύτες, πολίτες, οπλισμένοι νέοι, προχωρούσαμε με ατέλειωτα δάκρυα χαράς.

Μπροστά μας, οι ταλαίπωροι μουσικοί προσπαθούσαν να δώσουν βήμα με τη μουσική τους. Εις μάτην όμως. Τίποτε δεν ακουγότανε. Σε λίγο απηύδησαν κι αυτοί κι επειδή πολλοί τους περάσανε για την μουσική του Στόλου, ανακατεύθηκαν με τον χείμαρρο αυτών των εξάλλων από χαρά, συγκίνηση κι ενθουσιασμό Αθηναίων και σαν μια ογκώδης διαδήλωση, το μέγεθος της οποίας δεν ξανάγινε, προχωρούσαμε στο άλλο αδιαπέραστο από την κοσμοσυρροή, την Πλατεία του Συντάγματος.


Οι πρώτοι μετά την κατοχή Έλληνες ναύτες στην Αθήνα (Οκτ. 1944)
Στην αρχή της Σταδίου ο Κυβερνήτης, οι αξιωματικοό καί οι υπαξιωματικοί
και ναύτες του ΚΡΗΤΗ μεταβαίνουν στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη για να
καταθέσουν στεφάνι.

Στην γωνία Μπενάκη, κάποιος κλαίγοντας ακράτητα προσπαθούσε να με πλησιάσει. Έτρεμε και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Κι εγώ όμως, παρά το νεαρό της ηλικίας μου δεν είχα αντέξει σ' αυτή την δοκιμασία.

Στην αρχή γέλαγα, αλλά στο τέλος έγκλαιγα. Με κόπο τον ανεγνώρισα. Ήταν ο σύζυγος της αδελφής της μητέρας μου. Δεν ήταν όμως, μόνον αυτός. Δεκάδες γνωστών και φίλων μας αγκάλιαζαν και με ζωγραφισμένη την αγωνία στα πρόσωπά των, μας ρωτούσαν νέα για τα παιδιά τους, φίλους των, συγγενείς των, γνωστούς τους.

Κι όταν τα νέα ήταν ευχάριστα με μεγάλη χαρά τους τα λέγαμε. Πως όμως να πούμε σε μια μάνα ότι το παιδί της σκοτώθηκε; Εγώ τουλάχιστον δεν έλεγα τίποτα.

Κάποιος με πλησίασε και αφού με φίλησε μου είπε:

- Πες του Γιάννη ότι ο πατέρας του πέθανε πέρυσι τον χειμώνα.

Κάποια άλλη κυρία άρχισε να ωρύεται όταν της είπα ότι ο γιος της παντρεύτηκε.

Και ο αγαπητός μας γιατρός Δ. Λεμπέσης, ανύποπτος πήρε ένα τριαντάφυλλο από ένα κοριτσάκι 5 περίπου ετών. Το αγκάλιασε και το φίλησε χωρίς να ξέρει ότι ήταν η Φοίβη, η κόρη του, που την είχε αφήσει μωρό! Το αντελήφθη όταν δίπλα του είδε την γυναίκα του να κλαίει.

Εν πάση περιπτώσει, μέσα σ' αυτή την έξαλλη από συγκίνηση κι ενθουσιασμό ατμόσφαιρα για μια ακόμη φορά στην Ιστορία μας, όλοι οι Έλληνες αδελφωμένοι και αγκαλιασμένοι βαδίζουμε για να καταθέσουμε στέφανο στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Οι οπλισμένοι νεαροί, πολλαπλασιάζονται, έχουν γίνει αυστηρότεροι και κατά κάποιο τρόπο έχουν κατορθώσει να ανοίξουν δρόμο προς την πλατεία του Μνημείου. Η διμοιρία μου, που είχε τελείως διαλυθεί, ανασυγκροτείται και τελικώς σε μια στιγμή εθνικής μυσταγωγίας και ακράτητης συγκινήσεως, οι δύο Κυβερνήτες καταθέτουν στέφανο στο Μνημείο ενώ η μουσική παιανίζει, τον Εθνικό Ύμνο.

Δεν σταθήκαμε προσοχή. Θα αποτελούσαμε παραφωνία στις αμέτρητες χιλιάδες κόσμου που εγονάτισε κλαίγοντας και κάνοντας το σημείο του Σταυρού φώναζε Χριστός Ανέστη. Γονατίσαμε κι εμείς και κλάψαμε μαζί τους, σ' ένα ξέσπασμα του πόνου που πέρασε, του αμέτρητου πόνου που μας άφησαν τα βάσανα του πολέμου.

Η επιστροφή στο καράβι έγινε κατά την αυτή, αντίστροφη, όμως, σειρά. Στον Ηλεκτρικό Σταθμό Αθηνών, πριν μπούμε στο τραίνο για τον Πειραιά, κάποιος αγνός πατριώτης μου έδωσε ένα κομμάτι χαρτί, που κιτρινισμένο το ξαναβρήκα στα αρχεία μου. Έφερε την υπογραφή Μ.Θ. και ήταν ένα ποίημα που το συνέταξε ή το συνεπλήρωσε το πρωί εκείνο. Με φίλησε και εξαφανίσθηκε. 'Ανοιξα το χαρτί στο τραίνο και το διάβασα. Έγραφε:

Το χαρίζω.

Στο αντιτορπιλικό ΚΡΗΤΗ το αντάξιο των

παραδόσεων του Πολεμικού μας Ναυτικού.

Μ.Θ.

Όταν μας έπνιγ' ο βραχνάς τις μέρες της σκλαβιάς

σ' εσάς πάντ' ατενίζαμε για μέρες λευτεριάς

και η ψυχή περήφανα πετούσε σ' άλλους χώρους

κι ήταν διπλά περήφανη για σας τους πρωτοπόρους,

δεν ήταν μαύρη η ψυχή δεν ήταν σκλαβωμένη

γιατί είχε πάντα δύναμη κοντά σε σας να μένει.

Σαν έπιανε το σούρουπο σαν άρχιζε το δείλι

της ψυχικής μας λευτεριάς άναβε ένα κανδήλι

και δίχως να το νοιώθετε το στέλναμε κοντά σας

να σας θερμαίνει την καρδιά στα κατορθώματά σας.

Κι όταν οι μπόρες τα στοιχειά κτυπούσαν τα πλευρά σας

κι οι διώκτες κάθε λευτεριάς ήταν από κοντά σας

ξέραμε πως τα στήθια σας πάντα θε να προσμένουν

πως θα 'ρθει μέρα ένδοξη που χρόνια περιμένουν.

Με τέτοια νειάτα ζηλευτά με τέτοια παλληκάρια

ξεκίνησε η νεογεννιά στων παλαιών τ' αχνάρια

για να δειχθεί όπως άλλοτε για να δειχθεί και τώρα

πως κυβερνά πάντα η καρδιά στην δοξασμένη χώρα.

Και τώρα που σιγά - σιγά επέρασε η μπόρα

και φέρατε την λευτεριά στην δοξασμένη χώρα

ας κάνουν τείχος οι καρδιές χωρίς μια χαραμάδα

κι ας ζήσουμε δουλεύοντας μόνον για την ΕΛΛΑΔΑ.


Δεν θυμάμαι πια τίποτε άλλο. Η συγκίνηση αυτής της ημέρας με είχε τόσο τσακίσει, που όλη μου η προσοχή είχε στραφεί στο πως τα πόδια μου που τρέμανε θα με οδηγούσαν πάλι στο καράβι.

Η μεταξωτή σημαία του ΚΡΗΤΗ έλαμπε. Ανέμιζε όλο ζωντάνια πάνω απ' τα γαλανά νερά του Φαλήρου όταν μας είδε. Κι εξακολούθησε να ανεμίζει χαρούμενη και υπερήφανη, όταν σε λίγα λεπτά ξεκινήσαμε και πάλι για να συναντήσουμε τα καταδρομικά μας νοτίως της Κρήτης. Πρέπει να ήταν υπερήφανοι το καράβι μας! Πιστεύω πως είχε φανεί άξιο της Πατρίδος!



Πίσω στα Περιεχόμενα